Η ΔΕΠ/Υ αποτελεί μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο επεξεργασίας των πληροφοριών, την αντίδραση σε αυτές καθώς και εκτελεστικές λειτουργίες που σχετίζονται με την μνήμη, την διαχείριση συναισθημάτων, την εστίαση προσοχής, την ενεργοποίηση, την προσπάθεια και την δράση. Νευρολογικά, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις σε επίπεδο εγκεφαλικών δομών που σχετίζονται με την προσοχή, την επίλυση προβλημάτων, την αναστολή αντιδράσεων και τον χρόνο και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εγκεφαλικών δομών.

Η έναρξη της τοποθετείται στην παιδική ηλικία, συνήθως από επτά έως δώδεκα χρονών. Το 30-50% των περιπτώσεων με ΔΕΠ/Υ, θα διατηρήσουν πολλά συμπτώματα και στην ενήλικη ζωή, ενώ το 2-4% θα έχει την πλήρη εικόνα της διαταραχής. Ενώ πια η διαταραχή στην παιδική ηλικία διαγιγνώσκεται σε κάποιο βαθμό, λόγω της κατάρτισης των ειδικών ψυχικής υγείας αλλά και της ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού, στην ενήλικη ζωή περνάει απαρατήρητη και θεωρείται λανθασμένα, πως εξασθενεί.

Για να γίνει ψυχιατρική διάγνωση στην ενήλικη ζωή πρέπει, σύμφωνα με το DSM-V, να υπάρχουν τουλάχιστον 5 κριτήρια απροσεξίας και 5 κριτήρια υπερκινητικότητας/παρόρμησης. 

Τα κριτήρια απροσεξίας αφορούν:

  • την δυσκολία εστίασης προσοχής με συχνά λάθη απροσεξίας, 
  • την δυσκολία διατήρησης της προσοχής στα καθήκοντα ή δραστηριότητες, 
  • την δυσκολία οργάνωσης καθηκόντων και δραστηριοτήτων,
  • την δυσκολία του ατόμου να ακούει όταν του μιλούν, 
  • την αδυναμία να μπορεί να ακολουθήσει τις οδηγίες που του δίνονται μέχρι τέλους και να ολοκληρώσει μικρο θελήματα και υποχρεώσεις στο χώρο εργασίας, 
  • την αδυναμία ή την  απροθυμία να εμπλακεί σε καθήκοντα που απαιτούν σταθερή και διαρκή νοερή προσπάθεια,
  • την απώλεια πραγμάτων απαραίτητων για την ολοκλήρωση των καθηκόντων του ή των δραστηριοτήτων του, 
  • την ευκολία διάσπασης της προσοχής του από εξωτερικά ερεθίσματα, 
  • την παραμέληση καθημερινών δραστηριοτήτων. 

Τα κριτήρια παρορμητικότητας ή υπερκινητικότητας αφορούν :

  • την δυσκολία να παραμείνει στην θέση του σε περιστάσεις που αναμένεται να είναι καθισμένο, 
  • την δυσκολία να εμπλέκεται σε δραστηρίοτητες ελεύθερου χρόνου ήσυχα, 
  • την δυσκολία να περιμένει την σειρά του, συχνά να τρέχει γύρω-γύρω ή  να σκαρφαλώνει με τρόπο υπερβολικό σε καταστάσεις όπου αυτό δεν ταιριάζει, στους ενήλικες μπορεί να εκδηλώνεται με υποκειμενικά αισθήματα ανησυχίας, νευρική κίνηση των χεριών και των ποδιών ή αδυναμία να μείνει ακίνητο στη θέση του, 
  • συχνά κίνηση σαν να το κατευθύνει ένα μοτέρ, 
  • υπερβολική ροή λόγου,  να ξεστομίζει απερίσκεπτα απαντήσεις πριν ολοκληρωθούν οι ερωτήσεις, να διακόπτει ή να “χώνεται’ σε άλλους (πχ σε συζητήσεις). 

Για να υπάρχει διάγνωση πρέπει τα συμπτώματα να είναι παρόντα πάνω από έξι μήνες, να παρουσιάζονται σε τουλάχιστον δυο τομείς της ζωής του ατόμου (σπίτι, εργασία, φίλοι συγγενείς, άλλες δραστηριότητες) και να υπάρχει κλινικά σημαντική έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική λειτουργικότητα. 

Η είσοδο στην ενήλικη ζωή σημαίνει ταυτόχρονα πολλαπλάσιες ευθύνες και απαιτήσεις και ενώ τελειώνει το σχολείο, το οποίο μπορεί από την μια να αποτελεί ένα δύσκολο και απαιτητικό περιβάλλον για πολλά παιδιά με ΔΕΠ/Υ, ταυτόχρονα όμως είναι ένα πλαίσιο οργάνωσης και δομής. Έτσι πολλοί νέοι ενήλικες θα αντιληφθούν πως δυσκολεύονται και θα λάβουν διάγνωση ΔΕΠ/Υ τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, ίσως με την είσοδο τους στο πανεπιστήμιο ή σε μια δουλειά και τυχόν ακαδημαϊκή αποτυχία ή δυσκολίες στην εργασία. Συχνά συνοδευόμενα από αίσθηση αποτυχίας και ανυπέρβλητων εμποδίων και δυσκολιών. 

Ένας ακόμα τομέας δυσκολιών που μπορεί να οδηγήσει ενήλικες με ΔΕΠ/Υ στον ειδικό είναι τα προβλήματα στις συζυγικές και διαπροσωπικές σχέσεις λόγω της παρορμητικότητας. Αυτό μπορεί να οδηγεί σε αλλαγή συντρόφων, φίλων και σε φαινομενικά χαμηλές δεξιότητες επικοινωνίας, δυσκολίες στην διαχείριση του ελεύθερου χρόνου και της ψυχαγωγίας τους. Οι φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις  είναι συχνές καθώς η δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων ή η έκφρασης τους με μη αποδεκτό τρόπο είναι χαρακτηριστικές. Όλα τα παραπάνω μπορεί να επηρεάσουν την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση του ατόμου. 

Ακριβώς επειδή είναι νευροαναπτυξιακή διαταραχή, η ΔΕΠ/Υ δεν μπορεί απλά να εξαφανιστεί. 

Είναι όμως δυνατό το άτομο να αναζητήσει την κατάλληλη βοήθεια ώστε να επεξεργαστεί κάποιους βασικούς άξονες που το δυσκολεύουν και να ενισχυθούν τα θετικά του στοιχεία (όπως η δημιουργικότητα, η ταχεία αντίληψη κ.α.). Για την αντιμετώπιση της  ΔΕΠ/Υ έχει αποδειχθεί αποτελεσματική  η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία. Η φαρμακευτική αγωγή  χρησιμοποιείται επικουρικά όπως και η οικογενειακή ή θεραπεία ζεύγους ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που σχετίζονται με τις σχέσεις των ατόμων. Επίσης διαδεδομένες είναι και οι ομάδες αυτό-βοήθειας, οι οποίες φαίνεται να λειτουργούν ενισχυτικά.  Αρκετά ελπιδοφόρα είναι και η διακρανιακή θεραπεία με αυξανόμενες έρευνες να αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητας της. 

Οι παρεμβάσεις της γνωσιακής συμπεριφορικής κατεύθυνσης εστιάζονται αρχικά στην εκπαίδευση στην ίδια την ΔΕΠ/Υ και ύστερα σε δεξιότητες που οργανώνουν την καθημερινότητα και μειώνουν την διάσπαση. Προσανατολίζεται στην αποδοχή του εαυτού, στην ειλικρίνεια προς αυτόν, στην αναγνώριση των θετικών και αρνητικών σημείων του ατόμου και στην εκμάθηση των προτεραιοτήτων. Επικεντρώνονται στην επικοινωνία με τους άλλους μέσω του ελέγχου της ομιλίας και της εξωλεκτικής επικοινωνίας (στάση σώματος, κινήσεις χεριών-ποδιών, χαμόγελο κτλ) στον έλεγχο της παρορμητικότητας, στον έλεγχο του χάους και την οργάνωση της καθημερινότητας. 

Για την εκμάθηση της οργάνωσης υπάρχουν πρακτικές ασκήσεις όπως οι λίστες, η κατάτμηση των καθηκόντων κτλ., οι οποίες απαιτούν την δέσμευση του ατόμου και ενώ αρχικά είναι απαιτητικές με την εξάσκηση και την βοήθεια του θεραπευτή αποτελούν ένα εργαλείο του ατόμου. Η μείωση της διάσπασης της προσοχής επιτυγχάνεται μέσω της εκμάθησης δεξιοτήτων όπως η κατάτμηση του στόχου και των καθηκόντων σε μικρότερους και η διαρρύθμιση του περιβάλλοντος ώστε να είναι λιγότερο διασπαστικό. Χρησιμοποιούνται τεχνικές που στην ουσία καθυστερούν την διάσπαση βοηθώντας το άτομο να παραμένει περισσότερο χρόνο συγκεντρωμένο ακόμα και σε δραστηριότητες που του φαίνονται ανιαρές. Ένας ακόμα άξονας στόχευσης είναι η αναβλητικότητα και η ενίσχυση του ατόμου. Αρχικά αυξάνουμε τον εσωτερικό διάλογο μέσω της γνωσιακής παρέμβασης, όπου δίνεται προσοχή στις σκέψεις του ατόμου, στην διερώτηση πάνω σε αυτές, ποιες είναι λειτουργικές και ποιες όχι, και στην αντικατάσταση τους με άλλες. Δίνεται ιδιαίτερος χώρος στην αναβλητικότητα, στις άμεσες αρνητικές συνέπειες και στην κινητοποίηση του ατόμου. Φυσικά όταν υπάρχουν σημαντικοί άλλοι πρόθυμοι να εμπλακούν, μπορούν να ενισχύσουν αυτήν την διαδικασία, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της οργάνωσης της καθημερινότητας. 

Ο στόχος πάντα είναι το ίδιο το άτομο με το πέρας της κάθε θεραπευτικής παρέμβασης να έχει αναπτύξει τις δεξιότητες που του επιτρέπουν να λύνει τα προβλήματα που σχετίζονται με την ΔΕΠ/Υ. 

Η διακρανιακή μαγνητική θεραπεία στην ΔΕΠ/Υ  φαίνεται να έχει θετικά αποτελέσματα μέσω της αύξησης της συγκέντρωσης καθώς δρα στον προμετωπιαίο φλοιό μειώνοντας και την παρορμητικότητα του ατόμου.  Οι έρευνες δείχνουν ότι αφενός η διακρανιακή θεραπεία είναι ασφαλής σε ενήλικες που έχουν διαγνωστεί με ΔΕΠ/Υ αφετέρου η αποτελεσματικότητα της γίνεται αντιληπτή και από τα ίδια τα άτομα, μέσω κλιμάκων αυτοαναφοράς. Ακόμα φαίνεται, ότι όπως ακριβώς και στην κατάθλιψη, η φαρμακοθεραπεία δεν είναι αποτελεσματική για όλα τα άτομα και επιπλέον έχει κάποιες δευτερογενείς επιπτώσεις όπως ηπατικά, αυτοκτονικά και καρδιοαγγειακά περιστατικά, αϋπνία, απώλεια όρεξης. Η κλινική πρακτική λοιπόν συμπληρώνει την έρευνα με πολλά περιστατικά ενήλικων ατόμων με ΔΕΠ/Υ που στρέφονται στην διακρανιακή ως μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική μέθοδο και βλέπουν σημαντική βελτίωση στην καθημερινή τους ζωή και λειτουργικότητα. 

Βιβλιογραφία :

DSM-V, American Psychatric Association, 2018

NICE. Attention Deficit Hyperactivity Disorder, 2013.

Geffen J., Forster K. Treatment of adult ADHD: a clinical perspective, 2017.

Vidal-Estrada R., Bosch-Munso R., Nogueira-Morais M., et al. Psychological treatment of ADHD in adults: a systematic review, 2012.

Rubio B., Boes A.D., Laganiere S., Rotenberg A., Jeurissen D., Pascual-Leone A. Noninvasive Brain Stimulation in Pediatric ADHD: A Review, J Child Neurol. 2016 May; 31(6): 784–796.

www.adhd.gr

Αρθρογραφεί η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Μαρία Μπράτιμου από την επιστημονική ομάδα του Greece TMS Center.